Γιατί δεν ήταν αρκετά τρία μνημόνια και 72,5 δισ. ευρώ μέτρα

Η απειλή των νέων δημοσιονομικών μέτρων αναβιώνει για πολλοστή φορά στο σημερινό Eurogroup, συνοδευόμενη από τον κίνδυνο για ένα ακόμα “συμπλήρωμα” στα μνημόνια, που θα δεσμεύει τις κυβερνήσεις και μετά το 2018. Το inside story αποτιμά το ύψος των μέτρων που ελήφθησαν μέχρι σήμερα, υπολογίζει πόσα λεφτά πήγαν χαμένα και επιχειρεί να ανακαλύψει τις αιτίες που διατηρούν την Ελλάδα “στον καταψύκτη”.
Χρόνος ανάγνωσης: 
9
'
[EMMANUEL DUNAND / AFP]

Το inside story ξεκινά από σήμερα ένα “ταξίδι” στα μνημόνια. Τις επόμενες εβδομάδες θα επιχειρήσουμε να καταγράψουμε ό,τι έγινε, αλλά κυρίως ό,τι δεν έγινε στα επτά χρόνια μνημονίου καθώς και τους λόγους για τους οποίους η Ελλάδα δεν έχει ολοκληρώσει –ακόμη και σήμερα– τις μεταρρυθμίσεις που θα έπρεπε να έχουν ήδη γίνει την προηγούμενη δεκαετία, με ή χωρίς το “χαλινάρι” των μνημονίων.

Με βάση τις επίσημες αναφορές κυβέρνησης και θεσμών, τα οικονομικά στοιχεία και μαρτυρίες, αναδεικνύουμε κάποιες από τις αιτίες που διατηρούν κλειστή για τη χώρα την οδό προς τις αγορές και την έξοδο από την επιτήρηση και την κρίση, που απομακρύνουν τους επενδυτές και εμποδίζουν τις εξαγωγές, την ανάπτυξη και την απασχόληση.

Ένα “τσουβάλι” μέτρα

Είναι ιλιγγιώδης ο λογαριασμός των μέτρων που έλαβε η Ελλάδα από την έναρξη της κρίσης του 2010. Φτάνει σε αξία τα 72,5 δισ. ευρώ, όπως προκύπτει από την επεξεργασία στοιχείων από τις επίσημες αναφορές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και το ελληνικό υπουργείο Οικονομικών.

Αν προστεθούν και τα μέτρα που ζητούν οι θεσμοί να ληφθούν τώρα για να καλυφθεί το δημοσιονομικό κενό του 2018 (με επίκεντρο μία νέα μείωση του αφορολογήτου), αλλά και τα 4,5 δισ. ευρώ που απαιτεί το ΔΝΤ για το 2019 και μετά, τότε το ποσό μεγαλώνει ακόμη περισσότερο και φτάνει τα 77 δισ. ευρώ.

Tα μέτρα των μνημονίων

 

σε δισ. ευρώ

ως αναλογία του ΑΕΠ

2010, 1ου μνημονίου

19,4

8,6%

2011, 1ου μνημονίου

18,1

8,8%

2012, 2ου μνημονίου

11,4

6%

2013, 2ου μνημονίου

10,1

5,6%

2014, 2ου μνημονίου

3,7

2,1%

2015, 3ου μνημονίου

3

1,7%

2016, 3ου μνημονίου

5,4

3%

2016, μη παραμετρικά

1,4

0,8%

Μέτρα που ζητά το ΔΝΤ

4,5

2,5%

Σύνολο μέτρων που έχουν ήδη συμφωνηθεί

72,5

24,8%

Σύνολο με τα νέα μέτρα του ΔΝΤ

77

27,3%

[Πηγές: Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Υπουργείο Οικονομικών]

Το 1ο, το 2ο, το 3ο και το συμπληρωμένο μνημόνιο

Τα πρώτα “μνημονιακού τύπου” μέτρα θεσπίστηκαν πριν από τον Μάιο του 2010 (που συμφωνήθηκε το πρώτο πρόγραμμα), αλλά δεν κατάφεραν να αποτρέψουν την είσοδο της Ελλάδας σε επιτήρηση. Μαζί με την πρώτη δέσμη μνημονίων του 2010 (ένα ξεχωριστό πρόγραμμα με τους θεσμούς της ΕΕ και ένα άλλο με το ΔΝΤ) ήρθαν μέτρα αξίας 37,5 δισ. ευρώ.

Το 2012 η πρώτη δέσμη αντικαταστάθηκε από τα δεύτερα μνημόνια, που αύξησαν τον λογαριασμό (μέχρι το τέλος του 2014) στα 62,7 δισ. ευρώ.

Μετά το θρίλερ του 2015 της ακύρωσης των προγραμμάτων και της απειλής του Grexit, ήρθε το μνημόνιο Νο 3 (που υπεγράφη μόνο με τους κοινοτικούς θεσμούς και με ρόλο παρατηρητή για το ΔΝΤ). Το 2015 τα μέτρα που θεσπίστηκαν υπολογίζονται σε 3 δισ. ευρώ.

Με την πρώτη επικαιροποίηση του μνημονίου Νο 3 (έπρεπε να ολοκληρωθεί τον Νοέμβριο του 2015 αλλά η πολιτική έγκριση ήρθε τον Ιούνιο του 2016) επιβλήθηκαν επιπλέον μέτρα 5,6 δισ. ευρώ (περίοδος 2016-2018).

Αυτό το τελευταίο πακέτο, που είναι μικρότερο σε αξία σε σχέση με τα προηγούμενα αλλά σύμφωνα με κάποιους οικονομολόγους/αναλυτές πιο επώδυνο, αφού επιβλήθηκε σε μία αγορά/κοινωνία εξαντλημένη από τα πακέτα και την ύφεση, είναι και το πλέον “άνισο” στην κατανομή του: προέρχεται τουλάχιστον κατά τα δύο τρίτα από φόρους.

Το πακέτο του 2016 συνοδεύεται και από ένα “μαξιλάρι” μέτρων ύψους 1,4 δισ. ευρώ, που οι θεσμοί έκριναν ως «μη παραμετρικά», δηλαδή δεν τα θεώρησαν σίγουρης απόδοσης και δεν τα προσμέτρησαν στον επίσημο λογαριασμό. Θεωρείται μάλιστα ότι τα μέτρα αυτά συνέβαλαν στην υπεραπόδοση των εσόδων που ανακοινώθηκε προ ημερών από το υπουργείο Οικονομικών για το 2016, η οποία στηρίζει μεν τα πλεονάσματα, αλλά αποστραγγίζει ακόμη περισσότερο την οικονομία και την κοινωνία.

Και τούτο όταν προς το παρόν, το μεγαλύτερο μέρος των παρεμβάσεων της πρώτης επικαιροποίησης του μνημονίου στις δαπάνες (για παράδειγμα οι παρεμβάσεις στα ειδικά μισθολόγια ή στις αμυντικές δαπάνες) δεν έχουν ακόμη αποφασιστεί και επιβληθεί.

Τώρα, στο “τραπέζι” των διαπραγματεύσεων με τους δανειστές βρίσκονται τα νέα μέτρα...

“Χάθηκαν” τα δύο τρίτα των μέτρων

Τα νέα μέτρα “απαιτούνται” από τους δανειστές διότι δυσπιστούν για τη δυνατότητα της κυβέρνησης να πετύχει τους δημοσιονομικούς στόχους με τις παρεμβάσεις που έχει ήδη κάνει. Επικαλούνται σε αυτήν την πρόβλεψη (κυρίως το ΔΝΤ αλλά και ο γερμανικός άξονας), το ...κακό προηγούμενο.

Ποιο είναι αυτό; Η κακή απόδοση των μέτρων που ελήφθησαν μέχρι σήμερα. Το όφελος σε όρους δημοσιονομικής προσαρμογής από τις “καταιγίδες” των αυξήσεων φόρων και των περικοπών που έπληξαν τη χώρα τα τελευταία επτά χρόνια ήταν η μείωση του ελλείμματος κατά κάτι παραπάνω από 30 δισ. ευρώ. Συγκεκριμένα από τα 36,2 δισ. ευρώ που ήταν το 2009, το έλλειμμα Γενικής Κυβέρνησης αναμένεται να περιοριστεί στα 4,8 δισ. ευρώ το 2016, σύμφωνα με την τελευταία αποστολή στοιχείων από το υπουργείο Οικονομικών στη Eurostat. Μέτρα 72,5 δισ. ευρώ, δηλαδή, απέδωσαν όφελος περίπου 31 δις. ευρώ.

Τα στοιχεία δείχνουν πως ένα μεγάλο μέρος των πρωτοφανών σε αξία (σε σχέση με τα άλλα κράτη των μνημονίων) μέτρων χάθηκε στη χοάνη της ύφεσης, ή σε παρεμβάσεις που δεν απέδωσαν.

Τι θα μπορούσε να είχε πάει διαφορετικά; Καταρχάς, να είχαν αυξηθεί τα έσοδα της χώρας.

Στάσιμα τα έσοδα

Τα επίσημα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δείχνουν ότι ο πακτωλός φόρων δεν έφερε καμία αύξηση στα έσοδα. Τουναντίον μειώθηκαν στο σύνολό τους (μαζί με τα εισοδήματα) από τα 98,4 δισ. ευρώ το 2008 στα 85,9 δισ. ευρώ το 2016 (σύμφωνα με εκτιμήσεις της Κομισιόν).

Τα έσοδα από έμμεση φορολογία κατέγραψαν μία μικρή αύξηση (στα 29,6 δισ. ευρώ το 2016 από 27,8 δισ. ευρώ το 2008), παρά τα διαδοχικά πακέτα αυξήσεων σε ΦΠΑ και άλλους ειδικούς φόρους κατανάλωσης.

Αντίθετα, μείωση κατεγράφη στο πεδίο των άμεσων φόρων παρά τον ΕΝΦΙΑ, τις έκτακτες εισφορές και τις συνεχείς αυξήσεις στη φορολογία (στα 16,4 δισ. ευρώ το 2016 από 19,6 δισ. ευρώ προ κρίσης και μέτρων).

Στις δαπάνες, η μείωση ήταν μεγάλη: στα 84.5 δισ. ευρώ από τα 111,4 δισ. ευρώ το 2008. Ωστόσο, καθώς το σημείο εκκίνησης των κρατικών δαπανών ήταν δυσθεώρητα υψηλό και το νοικοκύρεμα μικρότερο από το αναμενόμενο (με μεταρρυθμίσεις όπως η περιστολή δαπανών στο ευρύτερο δημόσιο, στα ειδικά μισθολόγια και στις αμυντικές δαπάνες να μένουν στα χαρτιά), οι στόχοι ξέφευγαν ή οι δανειστές δεν πίστευαν ότι θα καταστούν εφικτοί. Και έτσι υποκαθίσταντο σε κάθε επικαιροποίηση των μνημονίων από νέους φόρους. Άλλωστε αυτό επιχειρείται να συμβεί ξανά και τώρα, ως μέτρο που θα καλύψει το δημοσιονομικό κενό του 2018, γιατί οι θεσμοί δεν δέχονται ότι θα αποδώσουν οι παρεμβάσεις που σχεδιάζει το υπουργείο Οικονομικών για το νοικοκύρεμα των δαπανών του κράτους (Spending Review).

Η αντίθεση με τα άλλα PIGS

Η Ελλάδα παραμένει σήμερα το μόνο κράτος σε μνημόνιο, έχει υποστεί τις μεγαλύτερες οικονομικές και κοινωνικές απώλειες σε σχέση με τις άλλες οικονομίες που πάλεψαν με τη δίνη της κρίσης (την Ιταλία, την Ισπανία, την Πορτογαλία, την Ιρλανδία και την Κύπρο) και δεν προβλέπεται στον ορατό ορίζοντα να επιστρέψει στα προ κρίσης εισοδηματικά επίπεδα.

Τη στιγμή που τα υπόλοιπα PIGS (όπως ονομάστηκαν στην αρχή της κρίσης του 2010 τα κράτη σε μνημόνιο) έχουν ανακτήσει πλήρως –ή εν μέρει– το χαμένο έδαφος σε όρους εισοδήματος, επενδύσεων και ευημερίας, έχοντας βρει τον δρόμο προς τις αγορές, στην Ελλάδα για μία ακόμη φορά η διαπραγμάτευση με τους δανειστές για την επικαιροποίηση του μνημονίου “σέρνεται” στο χρόνο.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της κατάστασης της Ελλάδας σε σύγκριση με άλλα “παρόμοια” σε οικονομικό μέγεθος κράτη-μέλη όπως η Ιρλανδία αλλά και η Πορτογαλία, που βίωσαν –με διαφορετικό τρόπο– τα μνημόνια και την κρίση, είναι η πορεία του ΑΕΠ.

Τα στοιχεία της Επιτροπής δείχνουν πόσο μεγάλο ήταν το πλήγμα στην Ελλάδα, με απώλεια μέχρι στιγμής 67,2 δισ. ευρώ του ΑΕΠ, τη στιγμή που τα άλλα κράτη έχουν φτάσει πλέον στα προ κρίσης επίπεδα ή τα έχουν – εδώ και χρόνια – ξεπεράσει κατά πολύ, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της Ιρλανδίας.

Στην Ελλάδα λοιπόν η ύφεση ήταν πρωτόγνωρα μεγάλη και έτσι δεν στηρίχθηκε (όπως σε άλλα κράτη) η ενίσχυση των εισοδημάτων και της απασχόλησης, που θα αύξαναν τα έσοδα στα κρατικά ταμεία (από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές) χωρίς νέα μέτρα.

Και δύο από τις κινητήριους δυνάμεις των άλλων κρατών ήταν οι εξαγωγές και οι επενδύσεις. Που σε εμάς δεν πήγαν καθόλου καλά.

Οι εξαγωγές ένα από τα “κλειδιά” για έξοδο από την ύφεση

Η ανάκαμψη στα άλλα κράτη του Νότου που βρέθηκαν σε παρόμοια θέση με την Ελλάδα συνδέθηκε με ταχύτατη αύξηση των εξαγωγών.

Η θεωρία ήταν ότι με την ταχύτερη υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων, θα αυξανόταν σημαντικά η ανταγωνιστικότητα των προϊόντων των κρατών που βρίσκονταν σε Πρόγραμμα Προσαρμογής. Έτσι, θα διοχέτευαν τα προϊόντα τους στην αγορά της Ευρωζώνης και όχι μόνο, δημιουργώντας εισόδημα και θέσεις απασχόλησης.

Πορεία εξαγωγών, σε δισ. ευρώ

χώρα

2016

2008

(μεταβολή%)

Ιρλανδία

197,1

96,2

104,9%

Ισπανία

256,1

192,7

32,9%

Πορτογαλία

53,5

40,4

32,4%

Γερμανία

1.194,3

948,7

25,9%

ΕΕ

4.686,9

3.811,2

23%

Ελλάδα

28,1

24,7

13,8%

[Πηγή: Ευρωπαϊκή Επιτροπή]

Και πράγματι, τα στοιχεία δείχνουν ότι αυτό έγινε στις υπόλοιπες χώρες. Οι εξαγωγές στην Ιρλανδία, στην Ισπανία και στην Πορτογαλία αυξήθηκαν ταχύτερα από ό,τι συνολικά στην ΕΕ ή από ό,τι στη Γερμανία. Ειδικά στην Ιρλανδία, υπερδιπλασιάστηκαν από το 2008 μέχρι σήμερα.

Όμως στην Ελλάδα οι εξαγωγές ελάχιστα ανέκαμψαν. Και τούτο, εξηγούν οικονομολόγοι, γιατί οι μεταρρυθμίσεις που θα μείωναν το κόστος παραγωγής δεν ολοκληρώθηκαν και δεν κατάφερε να δημιουργηθεί παραγωγική βάση.

Ακόμη και ο αποπληθωρισμός ήρθε με μεγάλη χρονοκαθυστέρηση. Οι τιμές των προς εξαγωγή προϊόντων δεν μειώθηκαν παράλληλα με τους μισθούς, αλλά με χρονική καθυστέρηση ετών και σε μικρότερη κλίμακα.

Και έτσι, δεν “αξιοποιήθηκε” ούτε η ευκαιρία των μνημονίων, ούτε το μεγάλο “τίμημα” που πλήρωσαν οι μισθωτοί μέσω της τεράστιας μείωσης των αποδοχών τους.

Το μεγάλο πλήγμα στις επενδύσεις

Στη διάρκεια των μνημονίων, η επενδυτική δαπάνη, δηλαδή το ύψος των κεφαλαίων που έχουν επενδυθεί στην Ελλάδα, εξαερώθηκε. Από επενδυτικά κεφάλαια πάνω από 60 δισ. ευρώ την προηγούμενη δεκαετία, το ύψος των επενδύσεων που υφίστανται πλέον στην Ελλάδα έφτασε το 2016 στα 21 δισ. ευρώ.

Αλλά και το κράτος, αδυνατώντας να νοικοκυρέψει τη σπατάλη ή να ολοκληρώσει πολιτικά επώδυνες μεταρρυθμίσεις στο δημόσιο, επέλεξε να περικόψει τις δημόσιες επενδύσεις πάνω από 10 φορές, από το 2010. Πλέον η κρατική δαπάνη βρίσκεται στα 6,28 δισ. ευρώ (Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων) από 10,3 δισ. ευρώ το 2010 και από μια χρηματοδότηση της τάξης των 13 δισ. ευρώ την προηγούμενη 10ετία.

Αυτή η από-επένδυση αποτελεί, μαζί με τα “λουκέτα” στην αγορά και τη γενικότερη ύφεση, την αιτία της ανεργίας-ρεκόρ που αποκλιμακώνεται με πολύ βραδείς ρυθμούς (για 21 έτη που απαιτούνται προκειμένου να επιστρέψει στα προ κρίσης επίπεδα ομιλεί το ΔΝΤ).

Όσο για το μέλλον, σε επίπεδο ιδιωτικών επενδύσεων η αλλαγή κλίματος συνδέεται με την εμπιστοσύνη που θα φέρει η ολοκλήρωση της αξιολόγησης, μαζί με την ένταξη της χώρας στην ποσοτική χαλάρωση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, δηλαδή στη “δεξαμενή” άντλησης φθηνότερης χρηματοδότησης. Και ο δρόμος ανάκτησης όλων αυτών των κεφαλαίων θα είναι ανηφορικός.

Αλλά και σε επίπεδο δημόσιων επενδύσεων τα πράγματα είναι πιο δύσκολα: η χώρα παραμένει εγκλωβισμένη σε μία πολυετή δημοσιονομική προσαρμογή για έτη. Η προσαρμογή θα πρέπει να τηρηθεί και μετά το 2018 (που θα τελειώσει το μνημόνιο, με βάση τη μέχρι στιγμής συμφωνία).

Άρα, η χρηματοδότηση έργων από το κράτος θα συνδέεται αποκλειστικά και μόνο με την πορεία απορρόφησης των έργων του ΕΣΠΑ και των ευνοϊκών δανείων του πακέτου Γιούνκερ…

Στο ερώτημα γιατί η Ελλάδα δεν μπόρεσε να αδράξει τα οφέλη της επιτήρησης σε όρους εξαγωγών ή επενδύσεων και να μειώσει έτσι την κρίση, η εξήγηση που δίνεται από οικονομολόγους και στελέχη που έλαβαν μέρος στις διαπραγματεύσεις (εντός και εκτός Ελλάδος) είναι ότι στην περίπτωσή μας το πρόβλημα ήταν εξ αρχής μεγαλύτερο, αλλά και ότι έλειπαν τα “στοιχεία επιτυχίας” που υφίσταντο –σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό– σε άλλα κράτη: η πολιτική συναίνεση, η ταχεία εφαρμογή των συμφωνηθέντων και οι ισχυρές μεταρρυθμίσεις στις αγορές.

Η δυσβάστακτη “υποθήκη” των καλών εποχών

Στην ελληνική περίπτωση, τον κώδωνα κινδύνου για την καθυστέρηση βασικών μεταρρυθμίσεων έκρουαν οι διεθνείς οργανισμοί από τη δεκαετία της ευημερίας, της εισόδου στην ΟΝΕ και των Ολυμπιακών Αγώνων.

Η σπατάλη, η αδυναμία ελέγχου της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής, η γραφειοκρατία και η διαφθορά, οι “κλειστές” αγορές και η απουσία εγχώριας παραγωγικής δομής (που συνεχίζει να οδηγεί σε πακτωλό εισαγωγών, “διώχνοντας” εισόδημα στο εξωτερικό) ήταν τα μεγάλα αγκάθια της προ μνημονίου εποχής, που εμπόδιζαν τη χώρα να γίνει θελκτικότερη για το επιχειρείν και τις επενδύσεις. Αγκάθια τα οποία μετά από επτά χρόνια μνημονίων, εν μέρει μόνο έχουν διορθωθεί.

Η πολύ χαμηλή βάση εκκίνησης ήταν η μία αιτία που ακόμη και σήμερα η Ελλάδα δεν έχει βρει τον δρόμο της, αναφέρουν οικονομολόγοι αν και, αναμφισβήτητα, πολλά έγιναν. Υπάρχουν όμως, προσθέτουν, και άλλοι λόγοι. Για παράδειγμα, κάποια από τα μέτρα που δεν εφαρμόσθηκαν (αν και τα ζητούσαν τα μνημόνια) ήταν “ραμμένα” για ένα κράτος με διαφορετική δομή από αυτή που έχει η Ελλάδα. Δηλαδή υπό την πίεση του χρόνου, ειδικά στο πρώτο μνημόνιο, η συνταγή ήταν λάθος, όπως άλλωστε παραδέχθηκε και εκ των υστέρων το ΔΝΤ.

Οι μετέωρες παρεμβάσεις

Παραμένουν ωστόσο –ακόμη και σήμερα– πολλές μεταρρυθμίσεις, εντελώς αναγκαίες για ένα “αναπτυγμένο” κράτος-μέλος της ΕΕ, που δεν έγιναν ή νομοθετήθηκαν μεν αλλά ποτέ δεν υλοποιήθηκαν, εγκλωβισμένες σε έναν γόρδιο δεσμό εφαρμοστικών διατάξεων και “αναγκαίων” μηχανισμών.

Ενδεικτικά, αυτές περιλαμβάνουν παρεμβάσεις πάταξης της φοροδιαφυγής (μεταξύ πολλών άλλων η διασύνδεση των ταμειακών μηχανών με το υπουργείο Οικονομικών ή το Περιουσιολόγιο) που ακόμη δρομολογούνται, τη διαφάνεια και το νοικοκύρεμα στις δαπάνες του δημοσίου που δεν έχει γίνει καθώς και μεγάλες τομές, που δεν θα είχαν δημοσιονομικό κόστος αλλά θα στήριζαν τη χώρα, όπως το κτηματολόγιο (σ.σ. αποτελεί ακόμη όραμα για την Ελλάδα, η οποία μαζί με την Αλβανία αποτελούν τα δύο κράτη της Ευρώπης χωρίς την αναγκαία αυτή χαρτογράφηση της ακίνητης περιουσίας), η απλοποίηση της γραφειοκρατίας στη λειτουργία των επιχειρήσεων και η απελευθέρωση των αγορών και των επαγγελμάτων.

Αυτές και πολλές ακόμα μεταρρυθμίσεις θα μελετήσουμε τις ερχόμενες εβδομάδες, για να κατανοήσουμε το πιθανό κόστος αλλά και το όφελός της κάθε μίας, να μάθουμε ποιοι τις εμποδίζουν και ποιοι τις προωθούν, ποια συμφέροντα κρύβονται πίσω από την κάθε ομάδα και, κυρίως, τι ρόλο μπορούν να παίξουν στην οικονομία της χώρας.

Σπούδασε Διεθνείς και Ευρωπαϊκές Οικονομικές Σπουδές στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εργάζεται ως οικονομικός συντάκτης από το 1997, αρχικά στον Επενδυτή, ακολούθως στην Ελευθεροτυπία και σήμερα στο Capital.gr και στην εφημερίδα Κεφάλαιο.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous
gplus
1

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.